Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Όλα τα δάκρυα είναι πικρά

"Θα σας διηγηθώ µια ιστορία που διαδραµατίζεται στο εξωτερικό. Ζει εκεί µια οικογένεια που αποτελείται από τον πατέρα Μορντεχάι, τη µαµά Ρέβκα, το µεγάλο γιο Άρι, την κόρη Εσθήρ, το µικρό γιο Σρούλικ. Μαζί τους µένει και ο παππούς Αβραάµ. Ο παππούς είναι παράλυτος και καθισµένος σε αναπηρική πολυθρόνα.


Είναι πρωί και όλοι έχουν φύγει από το σπίτι για τη δουλειά και το σχολείο. Η µαµά Ρέβκα πήγε στην αγορά και στο σπίτι έµειναν µόνο ο µικρός Σρούλικ µε τον παππού στην αναπηρική πολυθρόνα. Ο παππούς Αβραάµ είναι 70 χρονών. Κάθεται µε άνεση στην πολυθρόνα του, είναι καλοντυµένος και κρατάει στα χέρια του για να τα διαβάσει τα ιερά βιβλία. Ο µικρός Σρούλικ παίζει µπάλα µέσα στο δωµάτιο. Ο παππούς Αβραάµ κάνει να ανοίξει το ένα βιβλίο και του πέφτουν κάτω τα γυαλιά. Απλώνει το χέρι του να τα σηκώσει αλλά δεν τα φτάνει. Αντιλαµβάνεται ότι για τις επόµενες τρεις ώρες είναι καταδικασµένος σε πλήρη αδράνεια. Μια βαθιά λύπη τον κατακυριεύει και ξεσπάει σε κλάµατα. Ο µικρός Σρούλικ που παίζει στο δωµάτιο ακούει ξαφνικά τους λυγµούς του παππού. Έρχεται κοντά του, βλέπει ότι κλαίει, απορεί και τον ρωτάει: «Παππού γιατί κλαις;». Ο παππούς αποκρίνεται: «Αχ, δεν έχω τίποτε. Μόνο δώσε µου τα γυαλιά που έπεσαν κάτω».

Ο Σρούλικ του δίνει τα γυαλιά και ο παππούς είναι πάλι σε θέση να διαβάσει τα βιβλία του. Η µαµά επιστρέφει από την αγορά και ο µικρός Σρούλικ, ακόµη απορηµένος, της διηγείται για το κλάµα του παππού. «Γιατί;», αναρωτιέται, και εάν µπορούσε, θα πρόσθετε: «είναι δυνατόν να κλαίει κανείς για ένα τίποτε;».

Η αδελφή του η Εσθήρ γυρίζει από το σχολείο, τρέχει στο δωµάτιό της, πέφτει στον καναπέ και κλαίει µε λυγµούς. Η µαµά Ρέβκα πάει κοντά της και ρωτάει τι συνέβη. Με δυσκολία ακούγονται τα λόγια της από τα αναφιλητά: «Πρώτα όλοι έλεγαν ότι είµαι η αρχόντισσα της τάξης. Τώρα µου σκίζουν τα τετράδια και λένε ότι δεν είµαι τίποτε». Η µητέρα την παρηγορεί λέγοντας: «Αχ, βρε κουτό, αξίζει για µια τέτοια βλακεία να κάθεσαι να κλαις;».

Ο γιος ο Άρι που είναι 15 χρονών επιστρέφει το µεσηµέρι στο σπίτι. Τον φωνάζουν να έλθει για φαγητό, όµως εκείνος επιµένει να στέκεται έξω στο δρόµο µε µάτια βουρκωµένα. Ο πατέρας τον ρωτάει: «Γιατί κλαις; Τι συνέβη;». Η απάντηση του Άρι συνοδεύεται από λυγµούς. «Ένα κορίτσι µου συµπεριφέρθηκε πολύ προσβλητικά. ∆εν µου ρίχνει πια ούτε µια µατιά, κάνει πως δεν ακούει όταν της µιλώ». Ο πατέρας τον ακούει προσεκτικά και τον παρηγορεί: «Τι χαζοµάρα κι αυτή, να κάθεσαι να κλαις για µια κοπέλα. Αύριο κιόλας θα βρεις άλλη!».

Η µητέρα επιστρέφει αναστατωµένη από µια επίσκεψη. «Μου είπαν για το φόρεµά µου ότι είναι σαν πατσαβούρα, κι όµως είναι το καλύτερο που έχω». ∆ιηγείται, και τρέχουν τα δάκρυα. Ο άνδρας της ο Μορντεχάι απορεί: «Κλαις για ένα φόρεµα;». ∆εν µπορεί βέβαια να της υποσχεθεί καινούριο, γιατί δεν έχουν λεφτά. Άλλοι πηγαίνουν στη δουλειά µε δικό τους αυτοκίνητο, σκέφτεται, ενώ ο ίδιος –τι ντροπή!- είναι υποχρεωµένος να παίρνει το λεωφορείο. Η ντροπή του φέρνει δάκρυα στα µάτια. Ο παππούς αναλογίζεται γεµάτος απορία: «Στα χρόνια µας δεν είχε κανένας ιδιωτικό αυτοκίνητο. Τι το άσχηµο είναι να πηγαίνεις στη δουλειά µε το λεωφορείο; Είναι δυνατόν να κλαις γιατί δεν έχεις αυτοκίνητο;».

Ο µικρός Σρούλικ κλαίει από το φόβο του. Φοβάται ότι πίσω από την πόρτα είναι κρυµµένος ένας διάβολος. Η µαµά του ανοίγει την πόρτα και του δείχνει ότι δεν είναι κανείς εκεί. Ο Σρούλικ όµως δεν σταµατάει να κλαίει, µόνο παρακαλεί τη µαµά του να τον πάρει αγκαλιά.

Όλα τα δάκρυα είναι πικρά. Όποιος κατανοεί αυτό το γεγονός, έχει την ικανότητα να διαπαιδαγωγεί παιδιά - όποιος δεν το κατανοεί, δεν έχει τα προσόντα να είναι παιδαγωγός."


Γιάνους Κόρτσακ (1878 - 1942), Ποιος έχει τα προσόντα να γίνει παιδαγωγός


* Ο Γιάνους Κόρτσακ, γνωστός και ως Γερο-Δόκτωρ, υπήρξε γιατρός, συγγραφέας αλλά κυρίως σπουδαίος παιδαγωγός. Θεωρείται πρόδρομος στην υπεράσπιση και την προώθηση θεμάτων που αφορούν τα δικαιώματα και την πλήρη ισότητα των παιδιών. Αφιέρωσε τη ζωή του στα παιδιά και στην ουσιαστική ανατροφή τους, ενώ ίδρυσε ορφανοτροφεία για τα Εβραιόπουλα της Πολωνίας. Με τη γερμανική κατοχή και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου, 
συνοδεύει τα παιδιά των οποίων είχε την ευθύνη και ζει μαζί τους στο γκέτο της Βαρσοβίας.
Στις 5 Αυγούστου του 1942 έρχεται η διαταγή να μεταφερθούν τα παιδιά στο Άουσβιτς. Ο Κόρτσακ τα συνοδεύει στο σταθμό και ετοιμάζεται να επιβιβαστεί μαζί τους στο τρένο. Εκείνη τη στιγμή τον αναγνωρίζει ο Γερμανός διοικητής και τρέχει κοντά του:
"Διάβασα όλα τα βιβλία σας όταν ήμουν μικρός" του λέει. "Ιδιαίτερα «η χρεοκοπία του μικρού Τζακ» είναι ένα καταπληκτικό βιβλίο. Παρακαλώ, κατεβείτε από το τρένο, για σας δεν ισχύει η διαταγή."
"Και τα παιδιά;" ρωτάει ο Κόρτσακ.
"Τα παιδιά θα φύγουν, εσείς όμως μπορείτε να μείνετε".
"Απατάσθε", αποκρίνεται ο Κόρτσακ. "Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι παλιάνθρωποι".


Και ανέβηκε στο βαγόνι των παιδιών.

Ο Γιάνους Κόρτσακ με τα παιδιά του ορφανοτροφείου, 1938.
Λίγα χρόνια μετά θα βάδιζε μπροστά από παιδιά σαν αυτά στο δρόμο προς το στρατόπεδο του θανάτου.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου