Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Μαύρο και δαγκωτό!

«Θα τους μαυρίσω», «μαύρο και δαγκωτό» είναι εκφράσεις αγανάκτησης που ακούμε κατά κόρον από όλους τους απογοητευμένους από την πολιτική και τους πολιτικούς. Πως προέκυψαν όμως αυτές οι εκφράσεις; Τι ήταν το περιβόητο μαύρισμα στις εκλογές ; Τι ήταν το δαγκωτό που έριχναν οι ψηφοφόροι;
Μια βόλτα στα παλιά είναι χρήσιμη…

Ψήφος
Η λέξη «ψήφος», προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «ψάω», που σημαίνει λειαίνω, ομαλύνω. Η ψηφοφορία στη Σπάρτη της Αρχαίας Ελλάδας γινόταν δια βοής ενώ στην Αθήνα δια ανάτασης των χειρών (φανερή) ή δια οστράκων και σφαιριδίων (κρυφή).
Ψηφοδέλτια
Από την σύσταση του Ελληνικού κράτους, στις εκλογές δεν υπήρχαν ψηφοδέλτια. Ο λόγος προφανής αλλά και τόσο μακρινός και ξένος προς εμάς. Οι περισσότεροι ψηφοφόροι τα χρόνια εκείνα ήταν αναλφάβητοι, οπότε το ψηφοδέλτιο είχαν μια δυσκολία να το διαβάσουν.Βλέπετε,  δεν υπήρχαν και τα γνωστά σηματάκια – ήλιοι , δάδες, γροθιές, δάφνες και άλλα,  ώστε να διευκολυνθούν οι άνθρωποι και όπως γίνεται αντιληπτό τα πράγματα ήταν δύσκολα με τα ψηφοδέλτια. Το χειρόγραφο ψηφοδέλτιο εμφανίσθηκε στη νεότερη Ελλάδα για πρώτη φορά στις δημοτικές εκλογές του 1834 αλλά καταργήθηκε το 1864. Με χάρτινο ψηφοδέλτιο έγιναν το 1920 οι εκλογές στη Θράκη και στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Το 1923 έγιναν βουλευτικές εκλογές με χάρτινο ψηφοδέλτιο στις «Νέες Χώρες» (δηλαδή στις περιοχές που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί), στην Αθήνα και τον Πειραιά. Παλιότερα τα ψηφοδέλτια δεν τα τύπωνε το κράτος αλλά οι ίδιοι οι υποψήφιοι ή τα κόμματα: έγραφαν καθαρά το όνομά τους σε τυποποιημένα κομμάτια χαρτιού, τα οποία παρέδιδαν στα εκλογικά τμήματα.
Σφαιρίδια
Στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τη χειραγώγηση των αγράμματων Ελλήνων, από το 1844 και για ογδόντα χρόνια περίπου οι Έλληνες ψηφοφόροι δε χρησιμοποιούσαν ψηφοδέλτια, για να ψηφίσουν τους κυβερνήτες τους, αλλά «σφαιρίδια», δηλαδή μικρές σφαίρες από μολύβι. Η εκλογή με το σφαιρίδιο έρχεται από τα Iόνια Νησιά και τη Bενετία, η οποία γινόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Γεωργίου Α’ μέχρι και τις εκλογές του 1920. Ήταν, θα πρέπει να πούμε, ένας γραφικός τρόπος για τη διεξαγωγή των εκλογών, αλλά ταυτό­χρονα ο πλέον πολυδάπανος και ανα­χρονιστικός. Αν και το Σύνταγμα του 1911 κατάργησε τα σφαιρίδια, αυτά χρησιμοποιήθηκαν και στις εκλογές του Μαρτίου 1912, ενώ διατηρήθηκαν έως και τις βουλευτικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920.
Μαύρο και Δαγκωτό!
Kάθε υποψήφιος βουλευτής είχε και τη δική του κάλπη στην εκλογή. H κάλπη (ψηφοδόχος) ήταν τενεκεδένια, χωρισμένη εσωτερικά στα δύο και βαμμένη εξωτερικά μισή άσπρη με γραμμένο πάνω το «ΝΑΙ» και μισή μαύρη με γραμμένο πάνω το «ΟΧΙ». O ψηφοφόρος περνούσε το χέρι του μέσα στην κάλπη και έριχνε το σφαι­ρίδιο, είτε στο «ΝΑΙ», αν ήθελε να ψηφίσει τον υποψήφιο, είτε στο «ΟΧΙ», αν ήθελε να τον καταψηφίσει, ή αλλιώς να τον "μαυρίσει"! Στον υποψήφιο υπολογίζονταν μόνο όσες ψήφοι είχαν ριχτεί στο «ΝΑΙ» και ανάλογα μ’ αυτές οριζόταν και η σειρά επιτυχίας των υποψηφίων. Το θέαμα με τις πολλές κάλπες που έφερε η καθιέρωση του σφαιριδίου δημιουργούσε και μία γραφική ατμό­σφαιρα. Αρκεί να πούμε ότι σε έναν νομό όπου υπήρχαν πενήντα υποψή­φιοι και ογδόντα εκλογικά τμήματα έπρεπε να τοποθετηθούν τέσσερις χι­λιάδες κάλπες και ισάριθμοι αντιπρό­σωποι! Tο μέτρημα των ψήφων γινόταν με μια σιδερένια πλάκα (άβακα) με τρύ­πες. Σε κάθε μια τρύπα χωρούσε ένα μολυβένιο σφαιρίδιο και όταν γέμιζαν οι τρύπες αλάνθαστα αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένο αριθμό ψήφων. Tο άθροισμα των σφαιριδίων του «ΝΑΙ» και του «ΟΧΙ» έπρεπε να είναι ίσο με τον αριθμό των ψηφοφόρων. Aν τα σφαιρίδια ήταν περισσότερα, τα αφαι­ρούσαν από τα θετικά σφαιρίδια, δηλαδή από τα «ΝΑΙ». Συχνά ήταν τέτοιος ο φανατισμός, που πολλοί ψηφοφόροι, που προφανώς είχαν λόγους να «φαίνεται» η ψήφος τους, το έριχναν «δαγκωτό», δάγκωναν δηλαδή το σφαιρίδιο δυνατά πριν το ρίξουν στην κάλπη, κάνοντας κατά κάποιον τρόπο την ψήφο τους φανερή ώστε να αναγνωρίζεται στην καταμέτρηση.

Οι «κουμπάροι»
Kάθε ψηφοφόρος έπαιρνε από την εφορευτική επιτροπή τόσα σφαιρίδια όσοι ήταν και οι υποψήφιοι και ήταν υποχρεωμένος να ρίχνει σε κάθε κάλ­πη ένα σφαιρίδιο, είτε στο «ΝΑΙ» είτε στο «ΟΧΙ». Aπαραίτητο στοιχείο για κάθε «πε­τυχημένη» κάλπη αποτελούσε ο αντι­πρόσωπος του υποψηφίου, ο γνωστός με το προσωνύμιο «κουμπάρος», που ήταν το «μάτι» του και το «αυτί» του σε κάθε ψηφοφορία. Παρακολουθούσε τον ψηφοφόρο και προσπαθούσε από τη φορά του χε­ριού του και τον ήχο του σφαιριδίου να καταλάβει τι είχε ψηφίσει, ενώ έκανε φιλικές συστάσεις για να ψηφιστεί ο υποψήφιός του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την προ­σωπική πόλωση και τη στοχοποίηση πολλών ψηφοφόρων. Έτσι τα σφαι­ρίδια συνδέθηκαν με φόνους, ζημιές, καλπονοθεύσεις, φούντωναν τα μίση και τα πάθη μεταξύ συμπολιτών, φί­λων και συγγενών, ενώ έγιναν αιτία διαφθοράς αφού οι υποψήφιοι «διά παντός δολίου τρόπου, δι’ ανυπολογίστων χρημάτων και υποσχέσεων παντοδαπών διέφθειρον τους ψηφο­φόρους», όπως έγραφε ένας παλαιός αγωνιστής – για να επιβεβαιωθεί για ακόμη μία φορά ότι τα προβλήματα της πολιτικής ζωής του τόπου μας εί­ναι διαχρονικά…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου